Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2025

Mην λέτε ψέματα στον ίδιο σας τον εαυτό

Το κυριότερο είναι να μην λέτε ψέματα στον ίδιο σας τον εαυτό. Αυτός που λέει ψέματα στον εαυτό του και πιστεύει στο ίδιο του το ψέμα, φτάνει στο σημείο να μη βλέπει καμιά αλήθεια ούτε μέσα του ούτε και στους άλλους. Κι έτσι χάνει κάθε εκτίμηση για τους άλλους και κάθε αυτοεκτίμηση. Μην εκτιμώντας κανέναν, παύει να αγαπάει.

Και μην έχοντας την αγάπη, αρχίζει να παρασέρνεται από τα πάθη και την ακολασία για να απασχοληθεί και να διασκεδάσει. Έτσι φτάνει στην απόλυτη κτηνωδία, και όλα αυτά επειδή λέει συνεχώς ψέματα στους άλλους και στον εαυτό του.

 

“Αδελφοί Καραμαζόφ” -Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

 

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2025

Πόσα εξαίσια πράγματα δε συναντάμε στο κάθε μας βήμα…

Δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς να περάσεις μπροστά από ένα δέντρο και να μην είσαι ευτυχισμένος που το βλέπεις! Να μιλάς μ' έναν άνθρωπο και να μην είσαι ευτυχισμένος που τον αγαπάς!

Ω, το κακό μονάχα είναι που δεν ξέρω να τα εκφράσω... κι ωστόσο πόσα και πόσα εξαίσια πράγματα δε συναντάμε στο κάθε μας βήμα, τόσο εξαίσια που ακόμα κι ο πιο χαμένος άνθρωπος, τα βρίσκει υπέροχα: Κοιτάξτε το μικρό παιδί, κοιτάξτε την αυγούλα του Θεού, κοιτάξτε το μικρό χορταράκι, να δείτε πώς μεγαλώνει, κοιτάξτε μες στα μάτια που σας κοιτάζουν και σας αγαπάνε...

 

Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, απόσπασμα από το βιβλίο του «Ο ηλίθιος»

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2025

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Άγιος των βιβλίων

Πήγε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στα γραφεία της εφημερίδας «Ἀκρόπολις» για να παραδώσει ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα. Ο Σταμάτης Σταματίου (δημοσιογράφος και σκιτσογράφος) δεν τον αναγνώρισε και μάλιστα σχημάτισε την εντύπωση ότι ήταν κάποιος άπορος που πήγε να πάρει τις δέκα δραχμές για τα Χριστούγεννα, όπως όλοι οι φτωχοί της εποχής. Ο Παπαδιαμάντης τις πήρε, αλλά ήθελε να δώσει και το κείμενό του. Ακολουθεί ο χαρακτηριστικός διάλογος στο πολυτονικό της καθαρεύουσας, όπως τον κατέγραψε ο Σταμάτης Σταματίου:

«-Κι᾿ αὐτὰ τί νὰ τὰ κάμω; Δὲν τὰ θέλετε;

Καὶ μοῦ ἔδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πὼς ἦταν πιστοποιητικὰ ἀπορίας.

–Κράτησέ τα, τοῦ εἶπα, ἐμᾶς δὲν μᾶς χρειάζονται.

Ἐσείστηκε, λυγίστηκε ὀλίγο, ἔκανε, σκυφτὸς νὰ φύγῃ, ξαναγύρισε.

–Τότε ἀφοῦ δὲν σᾶς χρειάζονται αὐτά, ἐγὼ μὲ τί δικαίωμα θὰ πληρωθῶ;

–Δέν πειράζει, ἀρκούμεθα εἰς τὸν λόγον σας. Χριστούγεννα εἶναι τώρα.

–Ναί, ἀλλὰ ἂν δὲν πάρετε αὐτά, ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ πάρω χρήματα.

–Μά δὲν τὰ παίρνετε ἐσεῖς τὰ χρήματα, σᾶς τὰ δίνουμε ἐμεῖς!...

–Έ, τότε, πᾶρτε κι᾿ ἐσεῖς ἐτοῦτα ποὺ μοῦ τὰ ζητήσατε.

Καὶ τὰ ἄφησε σιγὰ καὶ μαλακὰ ἀπάνω στὸ τραπέζι. Ἐσκέφθηκα, μήπως τοῦ ζήτησε τίποτα πιστοποιητικὰ τὸ λογιστήριο.

–Μά τί εἶναι, ἐπὶ τέλους αὐτά, τοῦ λέω, ποὺ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ τὰ πάρουμε;

–Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων, ποὺ μοῦ ἐζητήσατε.

–Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων... καὶ ποιὸς εἶσθε σεῖς;

–Ο Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης!

–Ο ἴδιος;

–Ο ἴδιος καὶ ὁλόκληρος!

Ἔπεσε τὸ ταβάνι καὶ μὲ πλάκωσε, ἡ πέννα ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέρια μου, ὅλα ἐκεῖ μέσα, εἰκόνες, καρέκλες, βιβλία, ἐφημερίδες, σὰν νὰ στροβιλίσθηκαν γύρω μου καὶ ἔκανα ὥρα νὰ συνέλθω.

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αὐτὸς ὁ πρίγκηψ τῶν Ἑλλήνων λογογράφων, ποὺ τὸν φανταζόμουνα ἀκτινοβολοῦντα, γελαστόν, ὡραῖον, καλοντυμένον, εὐτυχῆ, γεμάτον ἐγωϊσμόν, ἀέρα καὶ μεγαλοπρέπεια, αὐτός!... Αὐτὸς ὁ μαλακός, ὁ καλός, ὁ δειλός, ὁ φοβισμένος, καὶ τσαλακωμένος ἄνθρωπος, ποὺ στεκότανε μὲ συστολὴ μαθητοῦ ἐπιμελοῦς, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!... Αὐτός, ποὺ μᾶς ἔδωκε γλύκες πνευματικὲς καὶ συγκινήσεις ψυχικές, ποὺ ἀνιστόρησε κόσμους θαλασσινούς, κι᾿ ἐζωντάνεψε, ἐμπρός μας, ἀνθρώπους μακρυνοὺς κι᾿ ἀγνώστους, ποὺ τοὺς ἔκαμε δικούς μας, ἐντελῶς δικούς μας, σὰν νὰ περάσαμε μιὰ ζωὴ μαζί, αὐτὸς σὲ μιὰ τέτοια κατάστασι, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!... Τοῦ ἕσφιξα τὸ χέρι χωρὶς νὰ ἠμπορῶ οὔτε μιὰ λέξι νὰ προφέρω. Ἀπὸ τὴν ταραχή μου καὶ τὴ σαστιμάρα μου οὔτε τὸ φῶς δὲν ἄναψα. Αἰσθάνθηκα ἕνα τρεμουλιαστὸ χέρι νὰ σφίγγῃ τὸ δικό μου καὶ τὸν ἔχασα μέσα εἰς τὸ σκοτάδι... Ἔμεινε ὅμως πίσω μιὰ μοσχοβολιὰ κηριοῦ ποὺ λυώνει ἐμπρὸς στὶς ἅγιες εἰκόνες, κάτι ἀπὸ τοῦ καντηλιοῦ τὸ σβύσιμο, κάτι ἀπὸ θυμιατοῦ πέρασμα μακρυνό, μακρυνὸ πολύ...»

 

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης κοιμήθηκε σαν σήμερα, στις 3 Ιανουαρίου 1911

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2024

Για σένα γεννήθηκα

Κάθε φορά που λες δεν έχω κανένα

θ' ακούς την φωνή Το σαν δροσερό αεράκι:

"Για σένα έγινα άνθρωπος και λες πως δεν έχεις κανένα;

Για σένα γεννηθηκα.

Εσένα αγαπώ. Εσένα περιμένω"

 

Αλέξης Αλεξάνδρου 


Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2024

Αφήνομαι

Εκεί που αμφιβάλω,παραμένω.

Εκεί που κλονίζομαι Σου κρατώ το χέρι.

 

Εκεί που η λογική φωνάζει "αποκλείεται",

η καρδιά ψιθυρίζει "γιατί όχι;".

 

Εκεί που νιώθω να πνίγομαι,

αφήνομαι ήρεμα στα κύματα της θάλασσας.

 

Εκεί που το άγχος πάει να με τρελάνει,

τ' όνομα Σου με καλμάρει.

 

Εκεί που βασιλεύει η φθορά κι ο θάνατος,

βαδίζω προς την Αληθινή Ζωή.

 

Εκεί που απελπίζομαι, κοιτάω τον σταυρό Σου,

κι αφήνομαι στο θέλημα Σου.

 

Εμπιστοσύνη.

 

Αγάπη, φως, γαλήνη...

 

© Αλέξης Αλεξάνδρου 25/5/17

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2024

Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ.18,3)

Το Χριστό τον φτιάχνουν οι ζωγράφοι σύμφωνα με το Ευαγγέλιο∙ εγώ θα Τον παράσταινα αλλιώς: θα Τον ζωγράφιζα, μονάχο Του— γιατί υπήρχαν βέβαια στιγμές που Τον άφηναν μονάχο Του οι μαθητές Του. Θ' άφηνα μαζί Του μονάχα ένα μικρό παιδί. Το παιδί παίζει δίπλα Του, ίσως να Του διηγόταν τίποτα στην παιδιάστικη γλώσσα του, ο Χριστός το άκουγε, τώρα όμως έχει πέσει σε συλλογή. Το χέρι Του απόμεινε ξεχασμένο πάνω στο φωτεινό κεφαλάκι του παιδιού. Κοιτάζει πέρα μακριά στον ορίζοντα, μια τεράστια σκέψη, σαν τον κόσμο ολάκερο, εφησυχάζει στο βλέμμα Του το πρόσωπό Του είναι μελαγχολικό.

Το μικρό παιδί σώπασε, ακούμπησε στο γόνατό Του κι ακουμπώντας το κεφάλι στο χεράκι του Τον κοιτάζει συλλογισμένα, όπως βυθίζονται καμιά φορά σε συλλογή τα παιδιά. Ο ήλιος βασιλεύει...

 

 Απόσπασμα από το βιβλίο του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι  «Ο  ηλίθιος»

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2024

Μου έχει συμβεί, ο Χριστός να με καλεί...

Μου έχει συμβεί για μεγάλες περιόδους αλλού να είναι ο Χριστός κι αλλού ο θησαυρός μου.

Ο Χριστός να με καλεί, να με ξανακαλεί κι εγώ να απουσιάζω. Μου έχει συμβεί...

Κι όταν μετά από καιρό, μέτρησα τις αναπάντητες κλήσεις Του, και διαπίστωσα της μακροθυμίας το πέλαγος, μου έχει συμβεί... έκλαψα πικρά.

 

Μαρίας Μουρζά

Ο Χριστός κι εγώ σελ.63,

Προσανάμματα, Εκδόσεις Εν εσόπτρω

 

Πηγή: https://pneumatoskoinwnia.blogspot.com

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2024

Ο προσκυνητής

Τα βουνά περνάω

 και τις θάλασσες περνώ

 Κάποιον αγαπάω

 Δυο ευχές κρατάω

 και δυο τάματα κρατώ

 Περπατώ και πάω

 

 Κάποιος είπε πως η αγάπη

 σ' ένα αστέρι κατοικεί

 αύριο βράδυ θα 'μαι εκεί

 Κάποιος είπε πως ο έρωτας

 για μια στιγμή κρατά

 αύριο βράδυ θα 'ναι αργά

 

 Στα πουλιά μιλάω

 και στα δέντρα τραγουδώ

 Κάποιον αγαπάω

 Κι όταν τραγουδάω

 προσευχές παραμιλώ

 περπατώ και πάω

 

 Κάποιος είπε πως ο δρόμος

 είναι η φλέβα της φωτιάς

 ψυχή μου πάντα να κυλάς

Κάποιος είπε πως ταξίδι

 είναι μόνο η προσευχή

 καρδιά μου να 'σαι ζωντανή

 

 Κάποιος είπε πως η αγάπη

 σ' ένα αστέρι κατοικεί

 αύριο βράδυ θα 'μαι εκεί

 Κάποιος είπε πως ο έρωτας

 για μια στιγμή κρατά

 αύριο βράδυ θα 'ναι αργά.


Δίσκος, Οι περιπέτειες ενός προσκυνητή

Στίχοι: Αλκίνοος Ιωαννίδης

 Μουσική: Αλκίνοος Ιωαννίδης

Πρώτη εκτέλεση: Αλκίνοος Ιωαννίδης

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2024

Γίνε εσύ η αλλαγή

Ας γίνει η κάθε ευχή,ένα δάκρυ.

Κάθε δάκρυ κι ένα πολύτιμο διαμάντι

που λαμπυρίζει στον ουρανό.

 

Οι ψυχές αλλοιώνονται μόνο με την αγάπη και τα δάκρυα.

Την σιωπή και την προσευχή.

Οι ζωές αλλάζουν όχι με τα λόγια,

αλλά με το παραδειγμα.

Το σιωπηλό, το ταπεινό που αγγίζει ευαίσθητες χορδές.

Που μαλακώνει ακόμα και τις πιο σκληρές καρδιές.

 

Θες έναν άλλο κόσμο;

Γίνε εσύ η αλλαγή που επιθυμείς.

Άναψε τη σπίθα εντός σου και κράτησε την  αναμμένη.

Την φλόγα της αγάπης Του,προστάτευσε την,

μη τυχόν και σβήσει.

 

Μη μιλάς.

Μόνο να χαμογελάς και να προσεύχεσαι.

 

Και να το ξέρεις πως...αυτή η λάμψη των ματιών σου,

πάντα θα προδίδει τον Χριστό μέσα σου!

 

© Αλέξης Αλεξάνδρου 3/1/18

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2024

Φώτης Κόντογλου: Η Παναγία είναι η ελπίδα των απελπισμένων

Η Παναγία είναι η ελπίδα των απελπισμένων, η χαρά των πικραμένων, το ραβδί των τυφλών, η άγκυρα των θαλασσοδαρμένων, η μάνα των ορφανεμένων.

Η θρησκεία του Χριστού είναι πονεμένη θρησκεία, ο ίδιος ο Χριστός καρφώθηκε απάνω στο ξύλο κ’ η μητέρα του η Παναγία πέρασε κάθε λύπη σε τούτον τον κόσμο.

Γι’ αυτό καταφεύγουμε σε Κεινη που την είπανε οι πατεράδες μας:

«Καταφυγή», «Σκέπη του κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγορούσα», «Οξεία αντίληψη», «Ελεούσα», «Οδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» και χίλια άλλα ονόματα, που δεν βγήκανε έτσι απλά από τα στόματα, αλλά από τις καρδιές που πιστεύανε και που πονούσανε.

Μονάχα στην Ελλάδα προσκυνιέται η Παναγία με τον πρεπούμενο τρόπο ήγουν με δάκρυα με πόνο και με ταπεινή αγάπη.

Γιατί η Ελλάδα είναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος από κάθε λογής βάσανο.

Κι από τούτη την αιτία το έθνος μας στα σκληρά τα χρόνια βρίσκει παρηγοριά και στήριγμα στα αγιασμένα μυστήρια της ορθόδοξης θρησκείας μας, και παραπάνω από όλα στο Σταυρωμένο το Χριστό και στη χαροκαμένη μητέρα του, που πέρασε την καρδιά της σπαθί δίκοπο.

Σε άλλες χώρες τραγουδάνε την Παναγία με τραγούδια κοσμικά, σαν νάναι καμιά φιλενάδα τους, μα εμείς την υμνολογούμε με κατάνυξη βαθειά, θαρρετά μα με συστολή, με αγάπη μα και με σέβας, σαν μητέρα μας μα και σαν μητέρα του Θεού μας.

Ανοίγουμε την καρδιά μας να τη δει τι έχει μέσα και να μας συμπονέσει.

Η Παναγία είναι η πικραμένη χαρά της Ορθοδοξίας, «το χαροποιόν πένθος», «η χαρμολύπη» μας, «ο ποταμός ο γλυκερός του ελέους», «ο χρυσοπλοκώτατος πύργος και η δωδεκάτειχος πόλις».

 

Πηγή

Κυριακή 4 Αυγούστου 2024

Αν θέλεις να δοκιμάσεις την πίστη ενός χριστιανού,μίλησέ του για τον ασκητισμό. (Φώτης Κόντογλου)

"Λογισμοί αμαρτωλού"(Φώτης Κόντογλου)

Όταν μιλήσεις στους ψευτοχριστιανούς για σκληρή άσκηση στο κορμί και στο πνεύμα για την αγάπη του Χριστού, θυμώνουνε, σε λένε φακίρη, ειδωλολάτρη, βάρβαρο. 

Αν θέλεις να δοκιμάσεις την πίστη ενός χριστιανού, μίλησέ του για τον ασκητισμό. 

Ο πιστός θα νοιώσει κατάνυξη, ο χλιαρός, δηλαδή ο ψεύτικος, ο άπιστος, θα διαμαρτυρηθεί.

Τί αν λέγει ο Χρι­στός: 

«Μακάριοι όσοι αφήσανε τα πάντα και μ' ακολουθήσανε», ή «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» 

["Ν": δηλ. όποιοι "βιάζουν" τον εαυτό τους, για να νικήσουν τα πάθη τους και να ζήσουν κατά τη διδασκαλία του Χριστού], 

και πως «θλίψιν έξετε», και πως «στενή και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν»; 

Εμείς θέλουμε να είμαστε Χριστιανοί χωρίς Χριστό, δηλ. χωρίς θλίψη πνευματική, χωρίς να σηκώνουμε τον σκληρό σταυρό, αλλά να περπατάμε στον πλατύν δρόμο. 

Αυτοί οι ψεύτικοι χριστιανοί, σαν τους μιλά κανένας για σκληρή και στερημένη ζωή, για θυσία, για άσκηση, λένε πως αυτά δεν τα θέλει ο Χριστός, και πως αυτά είναι παρακαμώματα [=υπερβολές, ότι με αυτό τον τρόπο "το παρακάνουμε"].

Μα, ω ανόητε άνθρωπε, στον Χριστιανισμό, τίποτα δεν μπορεί να παραγίνει. 

Για όλα τα ανθρώπινα πράγματα μπορείς να πεις πως κάτι τι είναι παρακανωμένο, μονάχα για τον Χριστιανισμό δεν υπάρχει παρακάνωμα. 
Τί παρακάνωμα μπορεί να σηκώσει ακόμα το να αγαπάς αυτόν που σκότωσε τον πατέρα σου, τί παρακάνω­μα μπορείς να κάνεις στο να σε χτυπήσουνε και στο άλλο μάγουλο, τί παρακάνωμα να γίνει ακόμα στο να πεινάς και να διψάς την καταφρόνεση, στο να κάνεις όσα ζητά ο Θεός από εσένα, δηλ. στο ν' αγαπάς τους εχθρούς σου, να γλυκομιλάς αυτόν που σε βρίζει, να μην κρίνεις αυτόν που σε δικάζει, να ταπεινώνεσαι μπροστά στον πιο τιποτένιον άνθρωπο, κι' όταν τα κάνεις όλα αυτά, να λες πως είσαι «αχρείος δούλος»;

Τί παρακάνωμα μπορεί να γίνει ακόμα στο να πιστέψεις πως θα αναστηθούνε τα σώματά μας αθάνατα ως να ανοιγοκλείσει το μάτι, και πως ο κόσμος όλος θ' αλλάξει μονομιάς, και πως θα γίνει άλλος καινούριος κόσμος άφθαρτος;
Λοιπόν υπάρχει τίποτα στον Χριστιανισμό που να μπορεί να παρακαμωθεί;
Ο Χριστιανισμός είναι η υπερβολή όλων των υπερβολών, το πιο απίστευτο από όλα τα απίστευτα. 

Για τούτο η πόρτα που μπαίνει κανένας στην εξωτική χώρα του Χριστού είναι μια μοναχά, η πίστη. 

Και για την πίστη δεν υπάρχει κανένα παρακάνωμα. 

Ενώ για την απιστία υπάρχει η πονηρή φρονιμάδα, το μέτριο και ο συμβιβασμός. 

Γι' αυτό οι τέτοιοι ψευτοχριστιανοί δεν αντέχουνε στη φωτιά της πίστεως και γυρίσανε τον Χριστιανισμό σε κάποιο σύστημα ηθικό, ωφέλιμο για την εγκόσμια ζωή, που γι' αυτό δεν τους χρειάζεται ολότελα ο Χριστός. 

Γιατί ο άπιστος φοβάται, ενώ όποιος πιστεύει «ως λέων πέποιθε», κατά τον προφήτη.

 

Πηγή: https://proskynitis.blogspot.com/2015/02/blog-post_37.html

Αντιγραφή από: http://paterikakeimena.blogspot.com

Τρίτη 30 Ιουλίου 2024

Η ελευθερία του γκρεμού και η... Ελευθερία τ’ Ουρανού…

Έως πότε θα φιμώνουνε την ψυχούλα μας;....Έχει κι αυτή φωνή....Έχει κι αυτή δικαιώματα....Όχι μόνο το κορμί...

 

Πόσο άλλο χώρο θα καταλάβουν τα πάθη μας απ' την ζωή μας;

Ας αναρωτηθούμε ειλικρινά πότε η ύπαρξη μας νοιώθει πραγματικά ελεύθερη.

Δεν γνώρισα σε τούτον τον κόσμο πιο Ελεύθερη ύπαρξη απ' του Χριστού μας

και των Αγίων του Θεού.....

 

Ναι θα μου πεις άλλο αυτοί και άλλο εμείς.....Λάθος φίλε μου.....Ειδικά οι Άγιοι μας

περπάτησαν και βγήκαν στο Φως από τα ίδια σκοτεινά μονοπάτια.

Όπως και εσύ (και κάποια ήταν και πιο φρικτά κι απ΄ τα δικά σου).

Δεν ήταν εξωγήινοι, μήτε υπεράνθρωποι.

Μα δεν έπαψαν να παλεύουν να μην καταπιεί το σκοτάδι την ψυχή τους και το κατάφερναν με την Χάρη Του.

 

Αφήνοντας (να η ελευθερία) να μπει στην ζωή τους το Φως Του.....

Και να και το πιο υπέροχο της υπόθεσης...Δεν γέμισε μονάχα η ύπαρξη τους Φως

αλλά έγιναν και ίδιοι λυχνάρια σκορπώντας γύρω τους αυτή τη Χαρά.

Γιατί το Φως είναι και Χαρά...Απίστευτη Χαρά....

 

Δες το και μόνο σου...Κάτσε σ' ένα δωμάτιο και σβήσε το φως δεν σε πιάνει κάτι;

Το σκοτάδι σφίγγει την ύπαρξη μας η οποία έχει ‘’άλλες προδιαγραφές’’….

Φωτεινές… Ελεύθερες...Να ακούς λοιπόν κείνα που σου ψιθυρίζει η ψυχούλα σου…Κάτι ξέρει…

Και στους θελκτικούς (και πολλά υποσχόμενους) ψιθύρους των παθών να απαντάς:

Υπάρχει η ελευθερία του γκρεμού και η Ελευθερία του Ουρανού......

 

π.Ιωάννης Παπαδημητρίου

 

Πηγή: https://proskynitis.blogspot.com

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2024

Τυφλός είναι αυτός που δεν βλέπει την Αγάπη

Τυφλός είναι αυτός που κοιτάζει μα δεν βλέπει.

 

Τυφλός είναι αυτός που δεν βλέπει την Αγάπη.

 

Η Αγάπη είναι παντού μα δεν τη βλέπουμε.

Έχουμε υψώσει πολύ ψηλα τα τείχη του εγωισμού.

Περιχαρακωνόμαστε.

Διώχνουμε το φως.

Προτιμάμε το σκοτάδι.

 

Η Αγάπη είναι πίσω απ' τα τείχη.

Ας δώσουμε μια γροθιά να σπάσει το πρώτο τούβλο.

 

Απ' την ρωγμη να μπει φως.

Να μας φωτίσει τα μάτια.

 

Και τότε θα την δούμε.

Θα δούμε την αγάπη Του.

 

© Αλέξης Αλεξάνδρου 29/11/16

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

Στιγμές της εισβολής (Πενταδάχτυλέ μου)

Στιγμές της εισβολής (Πενταδάχτυλέ μου)

Νταλάρας Γιώργος

 

Μουσική/Στίχοι: Τόκας Μάριος/Μόντης Κώστας

 

Είναι δύσκολο να πιστέψω πως

μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας

Είναι δύσκολο να πιστέψω πως

μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας

 

Ανασήκωσε την πλάτη

και απόσεισέ τους, Πενταδάκτυλέ

Ανασήκωσε την πλάτη

και απόσεισέ τους

Ανασήκωσε την πλάτη

και απόσεισέ τους, Πενταδάκτυλέ μου



 

 

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024

Το τσουβάλι της φιλίας

Ξεκινάς με ένα τσουβάλι γεμάτο ανθρώπους. Άνθρωποι που αποκαλείς γνωστούς, φίλους, συμφοιτητές, συνάδελφους, κολλητούς, γείτονες, συμμαθητές. Πόσο γεμάτη ζωή με τόσους ανθρώπους, σκέφτεσαι και χαμογελάς αθώα.

Προχωράς δυο βήματα και νιώθεις πως το τσουβάλι σα να έχει ελαφρύνει. Ανοίγεις και βλέπεις πως κάποιοι λείπουν, πως κάποιοι έχουν φύγει ή τους έχεις διώξει και εσύ. Όχι μην ανησυχείς δε σε κακολογούν, ούτε τους κακολογείς, απλά έτσι είναι οι άνθρωποι, απλά χάνονται, απλά δε συνεχίζουν, απλά δεν ταιριάζουν. Κλείνεις το τσουβάλι ανέκφραστα, έχεις τόσους πολλούς που δε σε νοιάζει.

Προχωράς άλλα τρία βήματα. Κοντοστέκεσαι ξάφνου. Σα να έχει ελαφρύνει και άλλο το άτιμο. Το ανοίγεις και τι να δεις… Ούτε οι μισοί. Μα σαν να προστέθηκαν και κάποιοι άλλοι, λίγοι, όχι πολλοί. Μα τι στην ευχή; Εσύ θα έπαιρνες όρκο ότι κάποιοι θα ήταν μέσα και κάποιοι άλλοι δε θα έμπαιναν ποτέ. Κλείνεις συλλογισμένος το τσουβάλι και προχωράς άλλα τέσσερα βήματα.

Μα το τσουβάλι το νιώθεις πιο ελαφρύ από ποτέ, επικίνδυνα ελαφρύ θα έλεγε κανείς. Σταματάς να δεις μήπως τρύπησε το τσουβάλι και άδειασε μονομιάς, αλλά μια χαρά το βλέπεις. Ξεμπλέκεις τα δεμένα κορδόνια του και κοιτάς μέσα. Μα τους εκατό κλέφτες σκέφτεσαι, τι έχει γίνει; Που εξαφανιστήκαν όλοι; Ψάχνεις εδώ, ψάχνεις εκεί, λίγους νοματαίους βλέπεις.

Προχωράς άλλο ένα βήμα μικρό, όχι μεγάλο και πλέον είσαι σίγουρος ότι το τσουβάλι έχει τρυπήσει. Το κοιτάς από κάτω και όντως είναι τρύπιο. Αναθεματίζεις για ώρα από εδώ και εκεί, μέχρι που προσέχεις πως κάποιοι λίγοι έχουν γαντζωθεί τριγύρω και με κόπο κρατιούνται, αλλά δεν παραιτούνται. Δεν είναι πολλοί. Μια χούφτα άνθρωποι, οι δικοί σου άνθρωποι.

Τους κοιτάς και τους αναγνωρίζεις. Είναι αυτοί που και η απουσία τους καμιά φορά ήταν ορατή μόνο στο μάτι, γιατί ήξερες πως είναι κάπου στο εκεί. Είναι αυτοί που και στο δικό τους τρύπιο τσουβάλι της φιλίας, είσαι αυτός που γαντζώθηκε, που δεν παραιτήθηκε.  Μπαλώνεις χαρούμενος το τσουβάλι, το ρίχνεις στις πλάτες και το προσέχεις σαν τα μάτια σου. Δε φοβάσαι πια μήπως αδειάσει, αλλά μήπως και γεμίσει, γιατί επιτέλους νιώθεις πιο γεμάτος από ποτέ.

Και αν σου πουν πως φταις εσύ που τους έβαλες όλους στο ίδιο τσουβάλι, να τους πεις πως το τσουβάλι της φιλίας χωράει πολλούς μα στο τέλος κρατάει λίγους.

 

 Τάμι Γκεκτσιάν

Σάββατο 13 Ιουλίου 2024

Ὁ Θεὸς μὲ νοιάζεται, ὅπως ἐγὼ νοιάζουμαι ἕνα μικρὸ πουλί

Ὁ Θεὸς μὲ νοιάζεται, ὅπως ἐγὼ νοιάζουμαι ἕνα μικρὸ πουλί, ἕνα ἀσκημοπούλι, ποὺ ἔχω ἀγοράσει μαζὶ μὲ τὸ κλουβί του. Μέσα στὴ φωλιά μου ὁ πλούσιος Θεὸς οἰκονόμησε καὶ γιὰ τοῦτο τὸ ἀδύνατο πλάσμα του... Εἶναι τόσο ἀχαμνό! Τὰ πόδια του εἶναι λές, δυὸ μαῦρες κλωστές, κι ἀπάνου στὴ μαδημένη κοιλιά του μπορεῖς νὰ δεῖς τὸ τὶκ τὰκ ποὺ κάνει ἡ μικρὴ καρδιά του, ὅπως πασκίζει νὰ τὸ ζεστάνῃ. Ἡ σγάρα του εἶναι κ᾿ ἐκείνη μαδημένη, καὶ μέσα ἀπὸ τὸ ψιλὸ πετσί της ξεχωρίζουνε τὰ σπυριὰ ἔτσι καθαρά, ποὺ φοβᾶμαι μὴν τὴ σκίσουν...

Γυρίζω καὶ βλέπω γύρω μου καὶ τρίβω τὰ χέρια μου. Στὸ στόμα μου κρέμεται μιὰ πίπα καὶ μπροστά μου ἔχω μιὰ μικρὴ γλάστρα... Οἱ ἄνθρωποι μοῦ πειράζουν τὰ νεῦρα... Τί ἔγινε λοιπόν;... Τίποτα, λέω γώ... Συλλογίζουμαι: Πόσες χειραψίες ἔχουνε σβήσει μόλις τραβήχτηκε τὸ ξένο χέρι ἀπ᾿ τὸ δικό μου!...

Ἀπ᾿ τὸ φεγγίτη φαίνουνται δυὸ ἄστρα. Τὸ καρφί, ποὺ κρατᾶ τὸ κλουβὶ στὸν τοῖχο, παίρνει στὰ μάτια μου μιὰ μεγάλη ἔννοια· εἶνε ὁ αἰώνιος Θεὸς ποὺ νοιάζεται γιὰ τὴ σαπουνόφουσκα ποὖναι κεῖ μέσα. Ὁ Τρὶπ-Τσὶκ κοιμᾶται μὲ τὸ κεφάλι χωμένο μέσα στὰ φτερά του. Ἡ πόρτα του εἶναι σφαλιχτὴ καὶ τὸ κουπάκι του εἶναι γεμάτο ὡς τὰ χείλια ἀπὸ καθαρὸ νερό.

Στὸν ἀγέρα πετοῦν ἕνα σωρὸ πράματα! Ἀκούγεται ἡ βαθειὰ βουὴ τοῦ ἀτελείωτου κόσμου... Στῆσε τὸ αὐτί σου!... Τί μυστικὴ γλώσσα ἔχει ἡ ψυχή!... Περπατῶ μὲ τὶς μύτες τῶν ποδιῶν μου, - τὸ δάχτυλό μου εἶναι ἀπάνου στὸ στόμα μου... Εἰδῶν εἰδῶν μυρουδιὲς κλώθουνται σὲ χρωματιστὰ ρέματα, ποῦναι ὅμοια μὲ τόξα τ᾿ οὐρανοῦ... Ἀπάνου στὸ πάτωμα στοιβάζουνται - φροὺ φροὺ - μαλακὰ πούπουλα, ποὺ στρίφτουν στὸν ἀγέρα καὶ πέφτουν ἀμέτρητα, σκεδιάζοντας χίλια χάδια ἀγάπης - χίλια χάδια ἀγάπης...

Οἱ ἄδειες καμάρες τοὐρανοῦ γιομίζουν ἀπὸ μιὰ κρυφὴ μουσική... Μέσα στὸ ἄπατο χάος κυλᾶνε ἀργὰ καὶ βουβὰ ἑκατομμύρια χαμένοι αἰῶνες... Ἡ πούλια ἀφουγκράζεται μὲ σιωπὴ τὴ σκέψη τοῦ Θεοῦ... Ἀπάνου στὶς στερεμένες θάλασσες τοῦ Βέγα ἀρχίζει νὰ φυσᾶ ἕνα ἐρημικὸ ἀγέρι.

Φτωχή μου φωλιά! Ἐδῶ μέσα οἱ ἄγγελοι χορεύουν μὲ τὶς αἰώνια παιδικὲς φτέρνες τους κάθε βράδυ... Ὠσαννά! Ὠσαννά!... Ἡ γῆς ἁγιάστηκε!

 

Φώτης Κόντογλου - Σαστισμένα λόγια

 

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

Ὁ δρόμος τῆς εὐτυχίας

Ξέρω καλά, τί εἶναι ἡ ζωὴ ποὺ ζοῦνε οἱ λεγόμενοι κοσμικοὶ ἄνθρωποι. Οἱ ἄνθρωποι, δηλαδή, ποὺ διασκεδάζουνε, ποὺ ταξιδεύουνε, ποὺ ξεγελιοῦνται μὲ λογῆς-λογῆς θεάματα, μὲ ἀσημαντολογίες, μὲ σκάνδαλα, μὲ τὶς διάφορες ματαιότητες. Ὅλα αὐτά, ἀπὸ μακριὰ φαντάζουνε γιὰ κάποιο πρᾶγμα σπουδαῖο καὶ ζηλευτό! Ἀπὸ κοντά, ὅμως, ἀπορεῖς γιὰ τὴν φτώχεια ποὺ ἔχουνε, καὶ τὸ πόσο κούφιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ξεγελιοῦνται μὲ αὐτὰ τὰ γιατροσόφια τῆς εὐτυχίας. Βλέπεις δυστυχισμένους ἀνθρώπους, ποὺ κάνουνε τὸν εὐτυχισμένο! Κατάδικους, ποὺ κάνουνε τὸν ἐλεύθερο! Ἄδειοι ἀπὸ κάθε οὐσία! Τρισδυστυχισμένοι! Πεθαμένη ἡ ψυχή τους! Καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀνύπαρκτη καὶ ἡ «εὐτυχία» τους! Τελείως ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ!

Ἀλλὰ πῶς νὰ γίνει ψωμί, σὰν δὲν ὑπάρχει προζύμι; Καὶ πῶς νὰ μὴν εἶναι ὅλα ἄνοστα, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἁλάτι;

Μὴ φοβᾶσαι, ἀδελφέ μου, νὰ μείνεις μοναχὸς μὲ τὸν ἑαυτό σου! Μὴ καταγίνεσαι ὁλοένα μὲ χίλια πράγματα, γιὰ νὰ τὸν ξεχάσεις! Γιατὶ ὅποιος ἔχασε τὸν ἑαυτό του, κάθεται μὲ ἴσκιους καὶ μὲ φαντάσματα μέσα στὴν ἔρημό του θανάτου. Ἀγάπησε τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, περισσότερο ἀπὸ τὶς πεθαμένες σοφίες τῶν ἀνθρώπων. Περισσότερο ἀπὸ κάθε τιμὴ καὶ δόξα ἐτούτου τοῦ κόσμου. Καὶ μοναχὰ τότε, θὰ χαίρεσαι σὲ κάθε ὥρα τῆς ζωῆς σου. Κανένας δρόμος δὲν βγάζει στὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, παρὰ μόνο ὁ Χριστός, ποὺ σὲ καλεῖ πονετικὰ καὶ ποὺ σοῦ λέγει: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδός».

 

Φώτης Κόντογλου - Ὁ δρόμος τῆς εὐτυχίας

Ἀπὸ τὴν Συλλογή: Μυστικὰ ἄνθη

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2024

“Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου”

Βασίλη Μιχαηλίδη

Ο Κυπριανός (Στρόβολος, 1756 - Λευκωσία, 9 Ιουλίου 1821) ήταν αρχιεπίσκοπος της Κύπρου και εθνομάρτυρας κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Στις 9 Ιουλίου του 1821 εκτελέστηκε από τους Τούρκους δι' απαγχονισμού

 

Το ποίημα “Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου” θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα της Κυπριακής ποίησης και λογοτεχνίας, το οποίο ανήκει στον Κύπριο ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη. Το ποίημα έχει ως κύριο θέμα τον απαγχονισμό του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού, που έγινε την 9η Ιουλίου του 1821 από τους Τούρκους. Το ποίημα διδάσκεται ευρέως στα σχολεία της Κύπρου. Πρόκειται για ένα άρτια δομημένο λογοτεχνικό δημιούργημα, γραμμένο στην τοπολαλιά του νησιού.

 

Aντάν αρτζιέψαν οι κρυφοί ανέμοι τζι εφυσούσαν

τζι αρκίνησεν εις την Τουρτζιάν να κρυφοσυνεφκιάζη

τζιαι που τες τέσσερεις μερκές τα νέφη εκουβαλούσαν,

ώστι να κάμουν τον τζιαιρόν ν’ αρτζιεύκη να στοιβάζη,

είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι η Τζιύπρου το κρυφόν της

μεσ’ στους ανέμους τους κρυφούς είσιεν το μερτικόν της.

τζι αντάν εφάνην η στραπή εις του Μοριά τα μέρη

τζι εξάπλωσεν τζι ακούστηκεν παντού η πουμπουρκά της,

τζι ούλλα ξηλαμπρατζιήσασιν τζιαι θάλασσα τζιαι ξέρη

είσιεν σγιαν είχαν ούλοι τους τζι η Τζιύπρου τα κακά της.

«Δεν θέλω, Κκιόρ-ογλου, εγιώ να φύω που την Χώραν,

γιατί αν φύω, το κακόν εν’ να γινή περίτου.

Θέλω να μείνω, Κκιόρ-ογλου, τζι ας πα’ να με σκοτώσουν,

ας με σκοτώσουσιν εμέν τζι οι άλλοι να γλυτώσουν.

Δεν φεύκω, Κκιόρ-ογλου, γιατί, αν φύω, ο φευκός μου

εν’ να γενή θανατικόν εις τους Ρωμιούς του τόπου.

Να βάλω την συρτοθηλειάν εις τον λαιμόν του κόσμου;


Παρά το γαίμαν τους πολλούς εν’ κάλλιον του πισκόπου.

Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,

κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ι-ξηλείψη,

κανένας, γιατί σιέπει την που τα ‘ψη ο Θεός μου.

Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψει!

Σφάξε μας ούλους κι ας γενεί το γαίμαν μας αυλάκιν,

κάμε τον κόσμον μακελλειόν και τους Ρωμιούς τραούλλια,

αμμά ξερε πως ίλαντρον όντας κοπεί καβάκιν

τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.

Το ’νιν αντάν να τρώ’ την γην, τρώει την γην θαρκέται,

μα πάντα κείνον τρώεται και κείνον καταλυέται.


Μεν μάχεσαι την θάλασσαν να την-ι ’ξηντιλήσεις·

άδικα λόγια μεν χάννεις κι αρκείς εις την δουλειάν σου.

Τον ήλιον με φύσημαν μπορείς να τον-ι σβήσεις;

Φώναξε του τζελλάττη σου, σάσ’ την κρεμμασταρκάν σου!

Αν πολεμούν για το καλόν και πολεμά κι ο γιος μου,

ας έν’ χαλάλιν του Θεού, αν μου τον φα’ το βόλιν,

κι ας πα’ να μείνω δίχως του, να ζήσω μανιχός μου.

Ειδέ κ’ αν ου, και μάχουνται να κάμουν άλλα αντ’ άλλα,

χαρράμιν τους ’που τον Θεόν της μάνας τους το γάλαν.


Ήτουν βουλή ’που τον Θεόν για να γενεί κ’ εγίνην.

Τον Χάρον εν και βκάλλουν τον ποττέ πως έν’ φταισμένος·

πάντα λαλούν το φταίσιμον πως το ’χει ο πεθαμμένος.

’Πο ούλα το γλυκόττερον έν η ζωή τ’ αθρώπου.

Σκοτώστε μας και γράψετε κ’ εμάς τον σκοτωμόν μας.

Μα τούτοι ούλ’ οι σκοτωμοί έν’ ούλοι για κακόν σας·

εσείς θαρκέστ’ αννοίετε το μνήμαν το δικόν μας,

κ’ εν το πεισκάζετε πως έν’ το μνήμαν το δικόν σας.

Σκοτώστε όσους θέλετε, αμμ’ αν να σας-ι βλάψει·

το γαίμαν που χονώννετε ’που μας τους δεσποτάες

έν λάιν εις την λαμπρακιάν π’ αφταίννει να σας κάψει.

Που την πελλάραν τους τραβούν και τούτοι κ’ η φυλή τους

κι ακόμα έν’ να πάθουσιν με τούν’ τον νουν περίτου.

Κανέναν φόοον δεν έχω από τους Κυπριώτες.

Θωρούν εις την Καραμανιάν πως η Τουρκιά ’ν λιμπούριν,

τέλεια κοντά π’ ακούουνται κ’ οι σκύλλ’ αντάν να ’λάξουν·

με μιαν σφυρκάν πετάσσουνται ’ποδώθθ’ έναν λιγγούριν

κι ούλους μέσα σε μιαν ώραν μπορούν να τους-ι σφάξουν.

Απού την άλλην έχουσιν κοντά τους το Μισίριν.

Αν πεις καράβκια; δεν έχουν, έν’ του αλέτρ’ αθρώποι.

Δα κάτω τούτοι έν’ πολλά, πολλά ξωμακρισμένοι,

περνούν μηνάδες κ’ εν έχουν χαπάριν ’που τα ξένα

και θέμι έν’ ’που την Τουρκιάν στενά τριυρκασμένοι.

Δα κάτω τούτ’ έν’ σαν τ’ αρνιά πών’ χώρκα μαντρισμένα.

Θεέ, που νάκραν δεν έχεις ποττέ στην καλωσύνην,

λυπήθου μας και δώσε πκιον χαράν στην Ρωμιοσύνην.”

 

Πηγή

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2024

Να επιστρέφεις...

Όπου κι αν ταξιδεύεις, όπου κι αν αλητεύεις,

όσο μακριά κι αν χάνεσαι,

πάντα να επιστρέφεις στην καρδιά.

 

Στο λιμάνι του Θεού, μετά την τρικυμία.

Στη ζεστή αγκαλιά, μετά την καταιγίδα.

 

Καρδιά.

Ο μόνος τόπος που η ψυχή ξεκουράζεται

από τ' ατέρμονα ταξίδια του μυαλού.

 

Από το νου στην καρδιά,

μια αιωνιότητα δρόμος.

 

Να επιστρέφεις...

 

© Αλέξης Αλεξάνδρου 11/6/19

Κυριακή 30 Ιουνίου 2024

Αντίκρυ μου κάθε νύχτα, στέκεται ο Θεος

Αντίκρυ μου εκεί, κάθε νύχτα, στέκεται ο Θεός, εγώ προσπαθώ να του ξεφύγω, εφευρίσκω πανουργίες, θανάσιμα αμαρτήματα, κάνω αποτρόπαιες σκέψεις...

Αλλά Εκείνος με διεκδικεί ολόκληρο, λυσσάω που δεν μπορώ να βρω μια υπεκφυγή, μια διέξοδο...

Ώσπου αρχίζει να ξημερώνει, ανοίγω τότε το παράθυρο και άθελά μου χαμογελώ, ο Θεός για μια ακόμη φορά με κέρδιζε...

 

Τάσος Λειβαδίτης ~ Πανάρχαιη αντιδικία